- πολυμαθής
- -ής, -έςγεν. -ούς, αιτ. -ή, πληθ. ουδ. -ή, αυτός που ξέρει πολλά, πολύξερος, σοφός.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
πολυμαθής — having learnt masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πολυμαθής — ές, ΝΜΑ αυτός που έχει μάθει και γνωρίζει πολλά, αυτός που έχει πολλές γνώσεις. επίρρ... πολυμαθῶς Α με πολυμάθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + μαθής (< μάθος, τό «μάθηση, γνώση» < μανθάνω), πρβλ. χρηστο μαθής] … Dictionary of Greek
πολυμαθῆ — πολυμαθής having learnt neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) πολυμαθής having learnt masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) πολυμαθής having learnt masc/fem acc sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πολυμαθέστερον — πολυμαθής having learnt adverbial comp πολυμαθής having learnt masc acc comp sg πολυμαθής having learnt neut nom/voc/acc comp sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πολυμαθεστέρων — πολυμαθής having learnt fem gen comp pl πολυμαθής having learnt masc/neut gen comp pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πολυμαθές — πολυμαθής having learnt masc/fem voc sg πολυμαθής having learnt neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πολυμαθέστατα — πολυμαθής having learnt adverbial superl πολυμαθής having learnt neut nom/voc/acc superl pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πολυμαθέστατον — πολυμαθής having learnt masc acc superl sg πολυμαθής having learnt neut nom/voc/acc superl sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πολυμαθεστάτην — πολυμαθής having learnt fem acc superl sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πολυμαθεστάτης — πολυμαθής having learnt fem gen superl sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)